Οι πρώτοι Πέτρινοι Φάροι στην Κρήτη, ανάγονται στην εποχή της Βενετοκρατίας και κατασκευάστηκαν στα δύο μεγάλα λιμάνια των βόρειων ακτών του νησιού, τα Χανιά και τον Χάνδακα, ίσως και του Ρεθύμνου  Οι φάροι αυτοί, άναβαν με ανοιχτή φλάγα, (πυρσοί ή μεταλλικοί κάδοι) και φυσικά επηρεάζονταν άμεσα απο τις καιρικές συνθήκες. 

  Για τις περιοχές των ακτών, υπάρχουν αναφορές σε φωτιές που ανάβουν μάλλον περιστασιακά και ταυτίζονται με βίγλες που σημειώνονται σε Βενετσιάνικους χάρτες, στην περιοχή της Άκρας Σίδερο, στο βόρειο Μεραμπέλο κλπ. 

  Σήμερα, κανένας απο τους Φάρους των Χανίων και του Χάνδακα δεν σώζεται στην αρχική του μορφή, αφου σταδιακά, τόσο κατά την παραμονή των Ενετών, όσο και αργότερα, κατα τη διάρκεια της Οθωμανικής αλλα και της σύντομης Αραβικής κυριαρχίας, οι Φάροι του Ηρακλείου και των Χανίων υπέστησαν ολοκληρωτικές αλλαγές.     

  Το Φαρικό σύστημα της Κρήτης άρχισε να δημιουργείται απο τα μέσα της δεκαετίας του 1860, όταν με νέο συμβόλαιο που υπογράφηκε ανάμεσα στην Τουρκία και τη Γαλλία, δημιουργήθηκε η Γαλλική εταιρεία Οθωμανικών Φάρων, με σκοπό τη δημιουργία Φαρικού συστήματος στα όρια της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

  Με το άνοιγμα της διώρυγας του Σουέζ το 1858, άνοιξε μια νέα και πολυσύχναστη ρότα η οποία παρέπλεε την Κρήτη και σύνδεσε όλα τα λιμάνια της Ευρώπης με την Άπω Ανατολή.

  Δημιουργήθηκε έτσι η ανάγκη κατασκευής Φάρων σε όλοκληρη την ακτογραμμή του νησιού, τόσο για τον ασφαλή παράπλου του, όσο και για τη δημιουργία σημείων λήψεως ακριβούς στίγματος, για τα πλοία που παρέπλεαν στην περιοχή.

  

Κουρδιστός μηχανισμός ρύθμισης περιοδικότητας.  (https://wwk.kathimerini.gr)

 

   Απο το 1864 μέχρι το 1884, χτίστηκαν σε διάφορα επίκαιρα σημεία του νησιού 5 νέοι πέτρινοι φάροι,  ενώ μετά το ναυάγιο του ''Imperatrix'' το 1908 στην Ελαφόνησο, αποφασίστηκε και η κατασκευή του Φάρου της  Ελαφόνησου, η οποία όμως ολοκληρώθηκε το 1923. 

  Εκτός των φάρων, τοποθετηθηκαν και φανοί λιμένος στη Σούδα (1864) στη Σητεία (1892) στον Άγιο Νικόλαο (1904) και στην Ιεράπετρα (1926).

  Το φαρικό δίκτυο συμπληρώθηκε με  τους δύο φανούς της Ντίας (1921), της Άκρας Χονδρός Κάβος (1921) ανατολικά του Ρεθύμνου και του Λουτρού Σφακίων (1926).

 Μεταλλικό  Πυργίο:   Ο   παλαιότερος   τύπος 

φανού,  που   χρησιμοποιείται   ακόμα   σήμερα.  

Παρόμοιες    κατασκευές,     υπάρχουν     ακόμα

 στην Άκρα Χονδρός Κάβος 1921),  ανατολικά

του  Ρεθύμνου,   και   στην   Άκρα   Απίρι,  στη 

νότια   πλερά   της   Ντίας.

 

 Με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων, το 1913, οι Φάροι της συρρικνωμένης πλέον Οθωμανικής αυτοκρατορίας, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού δημοσίου, συνοδευόμενοι όμως απο ένα ιδιαίτερα προνομιακό καθεστώς εκμετάλευσης απο την Γαλλική Εταιρεία Οθωμανικών Φάρων, διάρκειας μέχρι το 1950.

  Κατα τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου, παρατηρήθηκαν σε φάρους της Κρήτης κατασκοπευτικές ενέργειες σε βάρος του Αγγλογαλλικού στόλου απο τους Μουσουλμάνους φαροφύλακες, γεγονός που προκάλεσε την άμεση απομάκρυνση τους  και τη συμφωνία επαναδιαπραγμάτευσης της εκμεταύλευσης απο τους Γάλλους, μετά τη λήξη του πολέμου.

  Μέχρι το 1922, ολοκληρώθηκαν οι Φάροι του Σταυρού (Άκρα Άγιος Σώζων) στο Φόδελε, της Άκρας Λίθινο, και του Κουφονησίου.

  Η κατασκευή των Φάρων, δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τα δεδομένα της εποχής και πολλές φορές συνοδεύτηκε απο  οικολογικές ή αρχαιολογικές καταστροφές. Χαρακτηριστικές είναι η περιπτώσεις του Φάρου της Ελαφόνησου, οπου καταστράφηκε το κεδρόδασος του νησιού, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή ασβέστη, του Κουφονησίου, για την ανέγερση του οποίου χρησιμοποιήθηκαν δομικά υλικά αρχαίου ναού, ή και της Γαύδου, όπου απο τις ανάγκες της ανέγερσης του κτιρίου, προέκυψε ένας νέος οικισμός.

 Όλοι οι Φάροι του 19ου αιώνα, λειτούργησαν με λάδι πετρέλαιο και φυτίλι σε ότι αφορούσε τη φωτοβολία και με κουρδιστό μηχανισμό που ρύθμιζε την περιοδικότητα.

   Οι φαροφύλακες είχαν την ευθύνη της εύρυθμης λειτουργίας τους, όπως το άναμα, το σβήσιμο (αργότερα έγιναν αυτόματοι) και τη συντήρηση του φάρου, αλλά και την εκπομπή ηχητικών σημάτων κατά τη διάρκεια ομίχλης ή χαμηλής ορατότητας.

  Ο ανεφοδιασμός των Φάρων με καύσιμα, γινόταν με πλοία της Υπηρεσίας Ελληνικών Φάρων, συνήθως σε ετήσια βάση.

 Το   ''Τένεδος,''   λάφυρο   του   Βαλκανικού 

 πολέμου,    που     χρηγσιμοποιήθηκε     ως  

 ανεφοδιαστικό φάρων. (https://www.hellasarmy.gr)

 

  Αλλα και οι ίδιοι οι φαροφύλακες, έγιναν πολλές φορές πρωταγωνιστές σε ιδιότυπες ιστορίες, όπως αυτή του Ρώσου αξιωματικού  Νικολάγιεφ Φιλοσοφώφ, που κατα την επιχείρηση διάσωσης των ναυαγών του ''Imperatrix'' ήταν κυβερνήτης του Ρώσικου πλοίου ''Χιβίντις,'' που έσπευσε απο την Σούδα στον τόπο του ναυαγίου και αργότερα, μετά την κατάρευση της Τσαρικής Ρωσίας, μετανάστης πλέον στην Ελλάδα, ζήτησε και προσλήφθηκε φαροφύλακας στο Ελαφονήσι, ή ακόμα και του ερωτικού δράματος που διαδραματίστηκε στο Φάρο της Άκρας Σίδερο στις αρχές του 20ου αιώνα, ανάμεσα στη γυναίκα του φαροφύλακα, τον ίδιο και τον εραστή της.

    Ο  Φιλοσοφώφ,  ο  πρώτος  φαροφύλακας  του 

Φάρου του Ελαφονησίου,  με  την  οικογένεια  του 

στα Αντικύθηρα. (https://filosofow.blogspot.com)

 

   Η αρχιτεκτονική γραμμή των φάρων της Κρήτης, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, παρουσιάζει σχεδόν απόλυτη ομοιομορφία, με καθαρές γραμμές, υποταγμένες στις ανάγκες της χρήσης του κτίσματος.

   Άλλωστε εκτός των δυσκολιών κατασκευής ενός κτίσματος σε μια απομακρυσμένη ακτή ή ένα ερημονήσι, βασικός στόχος ήταν και η αναγνώριση ενός Φάρου ως κτίσμα, τόσο κατα τη διάρκεια της νύχτας μέσω της φωτοβολίας του, όσο και κατά τη διάρκεια της ημέρας μέσω του σχήματος του.

   Οι επτά απο τους  δέκα φάρους που κτίστηκαν στην Κρήτη, αποτελούνται απο το ισόγειο φαρόσπιτο και τον πύργο με κυλινδρικό σχήμα. Εξαίρεση αποτελεί ο φάρος της Άκρας Δρέπανο, ο πύργος του οποίου είνα οκταγωνικός και οι Φάροι του Ηρακλείου και των Χανίων, η αρχιτεκτονική των οποίων έχει άμεση σχέση με ανατολίτικες επιρροές.

Για την αρχιτεκτονική των Φάρων της Άκρας Λίθινο και της Άκρας Σταυρός, δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες.

     Το   βοηθητικό  του  πολεμικού  ναυτικού 

 ''Πλειάς,''     που     χρησιμοποιήθηκ     ως  

υδρογραφικό   και    ανεφοδιασμού    φάρων,  

 κατα   τη   δεκαετία   του   '30.   (https://www.hellasarmy.gr)

 

  Κατα τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου καταστράφηκε σχεδόν το σύνολο του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου, που τότε αριθμούσε 206 Φάρους. Με το τέλος του πολέμου, είχαν μείνει μόνο 19 επιτηρούμενοι. 

  Απο το 1950, ξεκίνησε μια προσπάθεια ανοικοδόμησης των πέτρινων παραδοσιακών φάρων που ως αποτέλεσμα είχε την επαναλειτουργεία 93 επιτηρούμενων πέτρινων φάρων, μέχρι το 1955.

   Η εμφάνιση όμως νέων τεχνολογιών που κατέστησαν ασύμφορη τη λειτουργία των παλιών παραδοσιακών φάρων οδήγησε σιγά σιγά στην εγκατάλειψη τους.

Το ''Πάραλος,'' χρησιμοποιήθηκε ως ανεφοδιαστικό φάρων 

κατα  τη   δεκαετία   του   '30.   (https://www.hellasarmy.gr)

 

  Σήμερα, στην Κρήτη βρίσκονται σε λειτουργία ο φάρος των Χανίων, της Άκρας Δρέπανο, και της Άκρας Σίδερο.  

  Ο φάρος της Γαύδου αναπαλαιώθηκε, αλλά λειτουργεί ως μουσειακός χώρος.

  Ο φάρος του Ρεθύμνου είναι σβηστός, ενώ από τον  φάρο του Ηρακλείου σώζεται μόνο ένα μικρό τμήμα.

  Ο φάρος της Άκρας Αφορεσμένου είναι ερειπωμένος και σε κρίσιμη κατάσταση.

  Οι φάροι της Ελαφόνησου της Άγριας Γραμβούσας, της Άκρας Άγιος Σώζων, του Κουφονησίου, και της Άκρας Λίθινο   είναι κατεστραμένοι εντελώς και στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί νεώτερες μεταλλικές κατασκευές.

 

 

 

Πηγές  

Γήσης Παπαγεωργίου - Ελληνικοί Πέτρινοι Φάροι

https://wwk.kathimerini.gr

https://manthos67.blogspot.com

https://www.faroi.com